Αυτή τη συναυλία την περίμενα καιρό. Την πρώτη φορά που ήτανε να δω τους AC/DC δυστυχώς δεν μπόρεσα, λόγω δουλειάς. Αυτή τη φορά είχα αγοράσει τα εισιτήρια από τον Δεκέμβριο και δεν υπήρχε περίπτωση να τη χάσω για τίποτα.
Φτάσαμε στο στάδιο νωρίς, αρχίσαμε τις μπύρες και λίγο πριν βγούνε οι AC/DC εισέλθαμε. Το στάδιο τεράστιο, επιβλητικό, να δονήται από τις ιαχές και τις κραυγές των AC/DCάκηδων, πανικός, ούτε σε αγώνα ποδοσφαίρου να ήμουνα. Μπαίνουμε στην αρένα, πιάνουμε μια θέση κάπου δεξιά και αναμένουμε με το στόμα ανοιχτό. Βεγγαλικά, φωνές, τσιρίγματα, πανζουρλισμός. Οι AC/DC βγαίνουνε και αρχίζουνε το Rock 'n' Roll train. Πανικός, μπουνιές, κλωτσιές, αρβυλιές, headbanging από την πρώτη νότα. Συνεχίζουνε με Hell ain't a bad to be και Back in black στον ίδιο ρυθμό. Ακολουθεί το Big Jack όπου τα πράγματα χαλαρώνουνε λίγο για να ξεσηκωθούμε πάλι με το Dirty deeds done dirt cheap, shot down in flames, Thunderstruck και Black Ice. Χαλάρωμα με The Jack και πανικός πάλι με Hell's bells όπου βγήκε και μια τεράστια καμπάνα στη σκηνή να τη χτυπάει ο Johnson. Κοπέλες να βγάζουνε τα βυζιά τους στην κάμερα και να φαίνονται στις γιγαντοοθόνες, σπρωξίματα, τρελλό headbanging, χαμός. Rock and roll στα καλύτερά του, ευφορία. Ακολουθήσανε τα Shoot to thrill, War machine, Dog eat dog, Anything goes, You shook me all night long, T.N.T., Whole lotta Rosie (με μια τεράστια φουσκωτή σεξοβόμβα στη σκηνή) και Let there be rock. Για encore παίξανε τα Highway to hell και For those about to rock we salute you.
Τεράστια σκηνική παρουσία, υπερθέαμα, κανόνια να πυροβολούνε, βεγγαλικά, γιγαντοοθόνες, πολύς κόσμος (γύρω στις 60.000) και απίστευτη μουσική από ένα συγκρότημα θρύλο στο μέταλ.
Δε μου άρεσε το μακρύ και ανούσιο σόλο του Young. Δε μου άρεσε το στυλ του "είμαι θεός" ανεβασμένος σε πλατφόρμα που να ανυψώνεται πάνω από το κοινό. Εν τάξει μεγάλε είσαι ωραίος κιθαρίστας δε λέω, αλλά δεν είσαι και Iommy οπότε ηρέμησε.
Δε μου αρέσανε οι μαλάκες που πάνε στη συναλία για ξύλο. Ηρέμησε ρε κάγκουρα εδώ ήλθες να περάσεις καλά όχι να πλακωθείς. Α και οι μαλάκες που πετάνε κύπελα μπύρας (μαζί με τη μπύρα) στον κόσμο. Α ρε μουνόπανο κάτι τέτοιες στιγμές ευχόμουνα να ήμουνα 2.20 και 150 κιλά να σου γαμούσα τη μάνα που σε γέννησε.
Φωτογραφίες όταν ανεβάσω :)
Saturday, 27 June 2009
AC/DC @ Wembley Stadium
Tuesday, 23 June 2009
Homage for Satan
Εξαιρετικό, το βίντεο είναι λίγο αστείο, αλλά το τραγούδι σπέρνει, enjoy.
Bound from the light to the end of eternity
Fighting for rights for the realm of antiquity
All that is evil and right hand of god
Trinity bound and defying his cross
Homage for Satan, cursing dissention, forced isolation
To the lake of fire
Will and free thought you have brought to the edge of eve
Nothing to stop what they thought was the truth to be
God without Satan no one would believe
Homage for Satan, sworn to the devil, Unholy master
Destroy the heavens
Homage for Satan, the invocation, rule the unwanted
Armies of the dead
Skinning the Christians and the lost and not forgave
Punishing priest for the lives that they wouldn't save
Waiting rebirth of the Christ back upon the earth
Given temptation to wipe out the world
Homage for Satan, god can not find you, hell is your heaven
Jesus ripped apart
Sunday, 21 June 2009
DOOMSWORD - MY NAME WILL LIVE ON
1. Death of Ferdia 07:24
2. Gergovia 05:58
3. Days of High Adventure 04:29
4. Steel of My Axe 04:08
5. Claidheamh Solais (Sword of Light) 06:44
6. Thundercult 05:19
7. Luni 04:53
8. Once Glorious 08:22
9. The Great Horn 07:34
Total playing time 54:51
Αυτό το συγκρότημα φαίνεται να με στοιχειώνει κάθε Ιούνιο. Συχνά πυκνά η ανυπομονησία μου να ακούσω ένα δίσκο που περίμενα για πολύ καιρό και που ξαφνικά έχω στα χέρια μου, μπλέκεται με την ασφυκτική ζέστη, την καθαρότητα του καιρού, την σφοδρότητα της βροχής, με όλα τα στοιχεία εκείνα του καιρού που σαν πινελιές χρωματίζουν τον καμβά της ημέρας και παίρνουμε όλοι υπόψη μηχανικά, προγραμματίζοντας τις επόμενες δύο ή τρεις ώρες. Ως αποτέλεσμα, η νοσταλγία μου για έναν παλιό, καλό ακουστικό φίλο, θεριεύει ανάλογα με τις εποχές, ενώ με τους DoomSword γίνεται και ανάλογα με τις ημέρες – 17 Ιουνίου είχα πάρει στα χέρια μου το Let Battle Commence, 17 Ιουνίου (αλλά 3 χρόνια μετά) αυτό εδώ. Αυτή μου η «σχέση» με το συγκρότημα μπορεί να αλλάξει στο μέλλον, μπορεί και όχι.
Πριν δύο χρόνια λοιπόν, Κυριακή 17 Ιουνίου ήταν τότε, ανακάλυψα στο SoulSeek θυμάμαι, την πρώτη διαρροή του δίσκου αυτού – νομίζω είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη ημέρα, αλλά δεν παίρνω όρκο. Ευτυχώς οι ταχύτητες ήταν με το μέρος μου και ήρθε σύντομα, αν και ήταν καμένο σε 320kbps που σημαίνει ότι το μέγεθος των κομματιών ήταν 100+% μεγαλύτερο από το «κανονικό» στα 128kbps. Από αυτά τα ίδια αρχεία, ακούω αυτή τη στιγμή τον δίσκο.
Την πρώτη εντύπωση για τον δίσκο την είχα αποκτήσει γύρω στη μια βδομάδα νωρίτερα, ακούγοντας το Claidheamh Solais στο MySpace, και είχα παγώσει. Αν και πολλοί το θεωρούν το καλύτερο τραγούδι του δίσκου, προσωπικά εκείνη την ημέρα μου είχε φανεί μέτριο και πρόχειρο – ακόμα θεωρώ πως αν και ακούγεται ευχάριστα, είναι κάπως ανέμπνευστο (βασίζεται όλο σε ένα πολύ μεγάλο riff το οποίο θυμίζει το Resound The Horn από τον ομώνυμο δίσκο, το οποίο μου θύμιζε το The Zoo των Scorpions [τα ίδια ισχύουν και για το Luni], ένα δεύτερο ελαφρώς αλλαγμένο riff για τις γέφυρες, μια ωραία μελωδία για το ρεφρέν και ένα γέμισμα για εξώδιο μετά από κάθε ρεφρέν και ένα solo, big deal) , σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα. Θυμάμαι πως είχα νοιώσει λίγο «εξαπατημένος», καθώς ήμουν νεότερος και σίγουρα πολύ πιο χαζούλης, αλλά πλέον, έπειτα από τόση πολλή μουσική στα αυτιά μου, θεωρώ πως όταν μια μπάντα αποφασίσει να κάνει μια στροφή στον ήχο της, το κάνει για να πειραματιστεί επειδή τα μέλη της θεωρούν πως έχουν εγκλωβιστεί σε ένα ήχο και νοιώθουν πως δεν έχουν να δώσουν κάτι άλλο, άρα αποφασίζουν να προχωρήσουν σε ένα άλλο μονοπάτι – μόνο θετικά κρίνω μια τέτοια κίνηση τώρα πια, και μπράβο τους, έχουν αφήσει πίσω τους άλλα έργα για όποιον θέλει να ακούσει αυτό το στυλ.
Τώρα, στα του δίσκου. Κατ’ αρχάς οι epic doomsters (σε όλα τα προηγούμενα) DoomSword, αποφασίζουν να δώσουν ταχύτητα και νέα αισθητική στη μουσική τους, και κάνουν κάτι πολύ όμορφο – χωρίζουν τον δίσκο στα δύο.
Τα πρώτα τέσσερα κομμάτια, με πολλές διακυμάνσεις στις ταχύτητες (π.χ. το αργό Death Of Ferdia και το speedy Steel Of My Axe), ευελπιστώ να σηματοδοτούν την νέα τους κατεύθυνση που είναι το ίδιο αν όχι περισσότερο δυναμική και επική με αυτή που είχαν μέχρι στιγμής. Μιλάμε για μια εντελώς χαλαρή αλλά ταυτόχρονα και σφιχτή αισθητική όσον αφορά τις συνθέσεις και το γενικότερο songwriting και που εμφανίζει διαμαντάκια – φανταστείτε ας πούμε αυτό που κάνουν οι Primordial που τις περισσότερες φορές δεν έχουν ούτε ένα ρεφρέν στα τραγούδια τους, ε λοιπόν, κάτι τέτοιο, προσαρμοσμένο στο είδος που παίζουν οι DoomSword (και στο οποίο τα επικά ρεφρέν είναι ψωμοτύρι οπότε δεν μπορούν να τα αγνοήσουν εντελώς – το Gergovia είναι άστρο), τους κάνει να ακούγονται πολύ φρέσκοι και δυναμικοί. Με τον υπόλοιπο μισό δίσκο, επιχειρούν να συσπειρώσουν και τους παλαιότερους οπαδούς τους που τους είχαν συνηθίσει με το αργό doom, χρησιμοποιώντας την πολύ απλή δομή τραγουδιών και τα καταφέρνουν μια χαρά – στο Luni συμμετέχει ο Vanni των Wotan και είναι μια παλαιότερη σύνθεση του 2000 όταν ο DeathMaster σκεφτόταν να διαλύσει τα πάντα, και είχε γράψει αυτό το κομμάτι, με τον τίτλο Lindisfarne και υπό τον τίτλο συγκροτήματος Aesir, το οποίο έδωσε για ένα compilation του γερμανικού περιοδικού Heavy Oder Was με την ελπίδα κάτι να προκύψει (ναι, ξέρω πολλά, βασικά έχω και το κομμάτι, ίσως κυκλοφορεί ακόμα online :P), ενώ στο Once Glorious, που είναι με διαφορά το καλύτερο τραγούδι του δίσκου, συμμετέχει ο Vittorio Ballerio από τους μεγάλους Adramelch στο δεύτερο ρεφρέν.
Όλα καλά και ωραία, άλλα 55 λεπτά εξαιρετικά ποιοτικής μουσικής από τους DoomSword, αλλά ένα παράπονο: Νοιώθω πως με αυτό τον δίσκο έκαναν το μεγάλο άνοιγμα. Μέχρι το Let Battle Commence ήταν η φοβερή μπάντα από την Ιταλία, το νέο μεγάλο αστέρι του epic metal ουρανού της, πίσω από το οποίο ακολουθούσαν όλα τα υπόλοιπα. Τώρα νοιώθω πως από απλό αστέρι, έγινε πλανήτης, και εύχομαι να μην αλλοιωθεί η σύσταση της ατμόσφαιρας του πλανήτη αυτού για γίνει προσιτός για τους πολλούς ανθρώπους. Αυτά.
Wednesday, 17 June 2009
ZPOAN VTENZ - GIME NUGALET
1. Jos Brolis in Kareli 06:22
2. Pavirtys Unt Azuolu 07:43
3. Milzinu Sugrizinas 06:07
4. Kukava Povas 04:58
5. Gime Nugalet 05:30
6. Negriza Bernelis 08:47
7. Voi Kalnai Kalneliai 04:50
8. Voi Uzkit Gauskit 09:08
9. Is ten ... 06:35
Total playing time 01:00:03
Δεν είχα ποτέ σε ιδιαίτερη εκτίμηση την Λιθουανική σκηνή - και ποιος άραγε θα την είχε; Πέρα από τους Thunderforger που τους θεωρούσα (και τους θεωρώ) απίστευτα βαρετούς, δεν νομίζω να γνώριζα κάποια άλλη μπάντα.
Μέχρι που πριν κάμποσο καιρό βρήκα τυχαία τους Poccolus και αμέσως μετά τους Zpoan Vtenz στο Metal Archives. Μια κριτική του δίσκου αυτού με 100% βαθμολόγηση και πολύ καλά λόγια, ήταν αρκετά για να ψάξω από περιέργεια για αυτό το δίσκο.
Και ξέρετε, στην εποχή του internet δεν είναι καθόλου δύσκολο. Μερικά λεπτά μετά είχα το URL, και το επόμενο πρωί είχα και τον δίσκο. Απλά πράγματα. Αν κυκλοφορούσε ακόμα, θα τον αγόραζα με την πρώτη ευκαιρία - ίσως βρεθώ τυχερός στο μέλλον και τον πετύχω ξεχασμένο, σε κάποιο mailorder, ίσως και να μην τον δω ποτέ μπροστά μου ή στην δισκοθήκη μου.
Αλλά θα έχω ακούσει τη μουσική του.
Και αυτός ο δίσκος, αν και μουσικά δεν έχει και τόση σχέση (συνδέονται μόνο ως προς την επικότητα, όχι τον ήχο), είναι κάτι σαν το Onyx (ως προς τον βαθμό σημασίας) της Λιθουανίας.
Ερχόμενος στο φως πριν από 11 χρόνια, την χρυσή εποχή της Λιθουανικής σκηνής, απ' όσο κοίταξα στο MΑ (μετά το 1999 σχεδόν όλες εκείνες οι μπάντες σίγησαν... κρίμα...), ο δίσκος αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στον χώρο του επικού pagan metal, παγκοσμίως. Εξαιρετικοί μουσικοί, που νοιώθουν αυτό που κάνουν, μέσα από ανορθόδοξες και νεωτεριστικές συνθέσεις (κάθε τραγούδι είναι διαφορετικό!!! το πρώτο είναι εντελώς black metal σύνθεση, το επόμενο θα είναι ακουστικό, το μεθεπόμενο έχει μόνο χωρωδία και πλήκτρα και ούτω καθεξής), και όλα αυτά σ εένα δίσκο που από το πρώτο έως το τελευταίο δευτερόλεπτο, έχει μια πραγματικά παγανιστική, ειδωλολατρική ατμόσφαιρα δάσους, τελετών επίκλησηςς κατώτερων θεών και δαιμόνων, σκοτεινών παραμυθιών με πολέμαρχους και χωρικούς - κοιτάξτε ξανά το εξώφυλλο και θα καταλάβετε τι εννοώ. Τέτοια ατμόσφαιρα θυμάμαι πως συνάντησα στο The Bastard των HoM, στην χαμένη κασέτα των Vetche, στα full-lengths των Wojnar, στα πρώτα demos των Nokturnal Mortum, στο 13 Roses των Ceremonial Castings, αλλά μια δουλειά τέτοιου ήχου που η φρεσκάδα της να μου έκανε τόση εντύπωση, είχα καιρό να ακούσω (λάθος, και το Livin' In Hysteria των Heaven's Gate ήταν καθηλωτικό, αλλά μιλώ για black metal τώρα).
Με τη γνώση πως ένα μόνο τραγούδι του δίσκου δεν σημαίνει τίποτα απολύτως, καθώς καθένα είναι διαφορετικό, μπορείτε να ακούσετε το πρώτο κομμάτι δεξιά, για μια μικρή, πολύ μικρή γεύση.
Thursday, 11 June 2009
ARCKANUM - BOKA VM KAOS
1. Bafomet (Capitvlvm IV) 05:18
2. Vm Kaos Gatvm Ok Kosmos (Capitvlvm I) 05:57
Total playing time 11:15
Μια από τις ιστορικότερες και μυστι(κιστι)κότερες (sic) μπάντες της Σουηδίας, στην ατμοσφαιρικότερη και πιο απλή, προσιτή, in your face δουλειά της. Εξαιρετικός ήχος στις κιθάρες, εξαιρετική παραγωγή, ενοχλητική ατμόσφαιρα (με την καλή έννοια), μικρή διάρκεια, ο ιδανικός δίσκος για να μπει κανείς στην μουσική τους - μετά περνάει στο Kostogher.
Άγιος ο Μπάφομετ!
Friday, 5 June 2009
Thursday, 21 May 2009
MENHIR - HILDEBRANDSLIED
1. Das alte Lied des Windes 06:20
2. Des Kriegers Gesicht (Ulfhednar) 05:36
3. Intro 01:33
4. Das Hildebrandslied - Teil I 09:00
5. Das Hildebrandslied - Teil II 05:33
6. Dein Ahn 06:01
7. Weit in der Ferne 07:32
Total playing time 41:37
Τους Menhir τους γνώρισα στα τέλη του 2004, όταν περνούσα κάποια απογεύματα σε κάποιο net cafe της Πάτρας, ψάχνοντας νέες μπάντες που κινούντο στο φάσμα του pagan metal, τότε. Έμπαινα στις ιστοσελίδες τους, κατέβαζα ό,τι τραγούδια ή samples είχαν ανεβάσει εκεί, και μετά προσπαθούσα να κρίνω ό,τι άκουγα, με μόνο γνώμονα τα γούστα μου.
Στις διακοπές τότε, δεν θυμάμαι ακριβώς ημερομηνία, είχα βρεθεί και στην ιστοσελίδα των Menhir. Είχαν ανεβάσει ένα κομμάτι από τη - τότε - τελευταία δουλειά τους, το αρκετά καλό Ziuwari, συγκεκριμένα το κομμάτι Das Verborgene Reich. Θυμάμαι πως η εισαγωγή, με αυτή την μεσαιωνική αίσθηση, αυτό το ρωμαιοκαθολικό πράγμα που μου έβγαζε, ήταν ο λόγος που είχα αφήσει το τραγούδι να παίζει, σε φουλ ένταση, ενώ ήμουν στο υπόγειο και κάτι έκανα, δεν μπορώ να θυμηθώ τι.
Τότε δεν υπήρχαν τα blogs για να βρω την δισκογραφία τους, και αναγκαζόμουν να περνάω μερικά απογεύματα την εβδομάδα online στο Soulseek, ελπίζοντας να βρω άλλους χρήστες, που είχαν κάποια κομμάτια των Menhir. Με τα πολλά, κατάφερα να συμπληρώσω τα Ziuwari, Thuringia, Buchonia, με το τελευταίο να είναι το all-time αγαπημένο μου των Menhir, από το πρώτο δευτερόλεπτο που το άκουσα.
Οι Menhir από τότε προσπαθούσαν να κάνουν κάτι δικό τους. Ενέπλεκαν πολύ τα πλήκτρα με την μουσική τους, και οι συνθέσεις τους μερικές φορές ακουγονταν κουραστικές, σαν να μην πήγαιναν κάπου συγκεκριμένα... Για κάποιο λόγο με απογοήτευαν, και αναρωτιόμουν πόσο μπορεί μια μπάντα με την ηλικία τους, και 3 full-lengths στο ενεργητικό της, να μην μπορεί να κάνει μια καλή, ολοκληρωμένη, ξεχωριστή δουλειά, που να μην κοπιάρει άλλους και να παίζει μουσική με τον τρόπο της.
Όλα αυτά μέχρι πριν από δύο ακριβώς χρόνια, όταν κυκλοφόρησε το Hildebrandslied.
Ήδη από το πρώτο riff, καταλαβαίνει κανείς πως κάτι τρέχει. Ο κλειστοφοβικός ήχος που είχαν σε προηγούμενες κυκλοφορίες τους, λόγω των πλήκτρων, έχει δώσει τη θέση του σε έναν πολύ πιο ανάλαφρο, αέρινο, ξεκούραστο ήχο, που είναι πιο προσιτός στα αυτιά του ακροατή, με τα πλήκτρα να συνοδεύουν πολύ όμορφα τα riffs. Η εισαγωγή του πρώτου κομματιού, και το δεύτερο από τη μέση και μετά, δείχνουν πως κάτι έχει αλλάξει στους Menhir, ωριμότητα σε συνδυασμό με καθαρό όραμα για τη μουσική τους.
Αλλά δεν είναι πριν από την τριλογία (Intro, Hildebrandlied I & II) που ο δίσκος απογειώνεται. Για να ακούσουμε αυτές τις τρεις συνθέσεις την μία πίσω από την άλλη, θα άξιζε να περιμένουμε και άλλα δέκα χρόνια. Φοβερή ατμόσφαιρα, όμορφη μουσική (το Ι, που μπορείτε να ακούσετε δεξιά, είνα μια απίστευτη σύνθεση) και μια μπάντα που ακούγεται φοβερα δεμένη, έπειτα από εξαντλητικές πρόβες, και τη σιωπή 6 ετών, μετά το Ziuwari.
Τα επόμενα δύο τραγούδια είναι σαν τα δύο πρώτα, με μεμονωμένες αναλαμπές, που τα κάνουν ενδιαφέροντα, αλλά κατά τη γνώμη μου, οι Menhir βρήκαν το σημείο στη μουσική τους που πρέπει να εξελίξουν, για να κάνουν ακόμα καλύτερες δουλειές στο μέλλον. Προτείνεται, ένας από τους καλύτερους δίσκους του 2007.
